στο λεξικό PONS
θεωρ|ώ <-είς, -ησα, -ήθηκα, -ημένος> [θɛɔˈrɔ] VERB μεταβ
1. θεωρώ (νομίζω κάτι):
- θεωρώ χρέος μου να …
- ich halte es für meine Pflicht, zu …
- το θεωρώ σπουδαίο
- ich halte es für wichtig
- σε θεωρώ δάσκαλό μου
- ich betrachte dich als meinen Lehrer
- το θεωρώ δεδομένο
- ich betrachte es als gegeben
- θεωρώ τον εαυτό μου (ως) …
- ich betrachte mich selbst als …
2. θεωρώ (διαβατήριο):
- θεωρώ
- abstempeln lassen
θεωρώ
- θεωρώ
- halten für
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- θεωρώ χρέος μου να …
- ich halte es für meine Pflicht, zu …
- θεωρώ κάτι (ως) δεδομένο
- etw als gegeben betrachten
- σε θεωρώ δάσκαλό μου
- ich betrachte dich als meinen Lehrer
- το θεωρώ αναγκαίο
- ich halte es für nötig
- το θεωρώ σπουδαίο
- ich halte es für wichtig