στο λεξικό PONS
κατηγορ|ώ <-είς, -ησα, -ήθηκα, -ημένος> [katiɣɔˈrɔ] VERB μεταβ
1. κατηγορώ ΝΟΜ (στο ακροατήριο):
- κατηγορώ
- anklagen
- κατηγορείται για φόνο
- er ist des Mordes angeklagt
2. κατηγορώ ΝΟΜ (στη διερευνητική διαδικασία):
- κατηγορώ
- beschuldigen
- κατηγορώ κάποιον για κάτι
- jdn wegen einer Sache γεν beschuldigen
- μην κατηγορείς εμένα
- beschuldige nicht mich
3. κατηγορώ (στην άσκηση ποινικής δίωξης):
- κατηγορώ
- anschuldigen
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- κατηγορώ κάποιον για κάτι
- jdn wegen einer Sache γεν beschuldigen