στο λεξικό PONS
ζάλη [ˈzali] SUBST θηλ
1. ζάλη (ίλιγγος):
- ζάλη
- Schwindel αρσ
- με έπιασε ζάλη
- mir ist schwindlig geworden
- μου φέρνει ζάλη
- es macht mich schwindlig
2. ζάλη μτφ (ταραχή):
- ζάλη
- Wirbel αρσ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- με έπιασε ζάλη
- mir ist schwindlig geworden
- μου φέρνει ζάλη
- es macht mich schwindlig