στο λεξικό PONS
παραπον|ιέμαι [parapɔˈɲɛmɛ], παραπον|ούμαι [parapɔˈnumɛ] <-έθηκα, -εμένος> VERB αυτοπ ρήμα
- παραπονιέμαι σε κάποιον για κάτι
- sich bei jdm über etw αιτ beklagen
- συνέχεια παραπονιέται!
- er ist ständig am Klagen!
- δεν έχεις λόγο να παραπονιέσαι
- du hast keinen Grund zur Klage
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- παραπονιέμαι σε κάποιον για κάτι
- sich bei jdm über etw αιτ beklagen