στο λεξικό PONS
δύσκολ|ος <-η, -ο> [ˈðiskɔlɔs] ΕΠΊΘ
1. δύσκολος:
- δύσκολος
- schwierig, schwer
- δεν το κατάφερε, γιατί ήταν πολύ δύσκολο
- er hat es nicht geschafft, weil es zu schwierig/schwer war
- φέρνω κάποιον σε δύσκολη θέση
- jdn in eine schwierige Lage bringen
- τα βρίσκω δύσκολα
- in Schwierigkeiten kommen
- κάθε αρχή και δύσκολη
- aller Anfang ist schwer
2. δύσκολος (άνθρωπος):
- δύσκολος
- schwierig
- είναι λίγο δύσκολος
- er ist ein bisschen schwierig
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- είναι λίγο δύσκολος
- er ist ein bisschen schwierig