στο λεξικό PONS
συνομιλ|ώ <-είς, -ησα> [sinɔmiˈlɔ] VERB αμετάβ
- συνομιλώ με κάποιον για κάτι
- sich mit jdm über etw αιτ unterhalten
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- συνομιλώ με κάποιον για κάτι
- sich mit jdm über etw αιτ unterhalten