στο λεξικό PONS
λουτρό [luˈtrɔ] SUBST ουδ (πράξη και μέρος)
- λουτρό
- Bad ουδ
- αφήνω κάποιον στα κρύα του λουτρού
- jdn im Regen stehen lassen
- μένω στα κρύα του λουτρού
- im Regen zurückbleiben
- λουτρό οξέος
- Säurebad ουδ
- λουτρό στερέωσης
- Fixierbad ουδ
λουτρό SUBST
- λουτρό αίματος ουδ
- Blutbad ουδ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- λουτρό ουδ αίματος
- Blutbad ουδ
- λουτρό ουδ σκλήρυνσης
- Härtebad ουδ
- λουτρό στερέωσης
- Fixierbad ουδ
- λουτρό οξέος
- Säurebad ουδ