στο λεξικό PONS
I. κυλ|ώ <-άς, -ησα, -ίστηκα, -ισμένος> [ciˈlɔ] VERB μεταβ/αμετάβ
1. κυλώ (ρόδα κτλ):
- κυλώ
- rollen
2. κυλώ (παρέρχομαι):
- κυλώ
- vergehen
- κύλισαν χρόνια από τότε
- seitdem sind Jahre vergangen
II. κυλιέμαι VERB αυτοπ ρήμα (στη λάσπη, στο κρεβάτι)
- κυλιέμαι
- sich wälzen
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.