στο λεξικό PONS
I. χωρί|ζω <-σα, -στηκα, -σμένος> [xɔˈrizɔ] VERB μεταβ
1. χωρίζω (απομακρύνω):
- χωρίζω
- trennen
2. χωρίζω (διαιρώ):
- χωρίζω σε
- teilen in +αιτ
II. χωρί|ζω <-σα, -στηκα, -σμένος> [xɔˈrizɔ] VERB αμετάβ
1. χωρίζω (αφήνω και φεύγω):
- χωρίζω
- sich trennen
2. χωρίζω (παίρνω διαζύγιο):
- χωρίζω
- sich scheiden lassen
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- χωρίζω κάτι στα δύο
- etw in zwei Teile teilen
- χωρίζω σε τρία μέρη
- in drei Teile teilen
- χωρίζω τους αμνούς από τα ερίφια
- die Spreu vom Weizen trennen
- χωρίζω την ήρα από το σ(ι)τάρι
- die Spreu vom Weizen trennen