στο λεξικό PONS
ντροπή [drɔˈpi] SUBST θηλ
1. ντροπή (συναίσθημα ενοχής):
- ντροπή
- Scham θηλ
- αισθάνομαι ντροπή για κάτι
- sich wegen etw schämen
- χωρίς ντροπή
- schamlos
- ντροπή σου!
- du solltest dich schämen!
- είναι ντροπή να μιλάς έτσι για λογαριασμό του
- du solltest dich schämen, so über ihn zu sprechen
- δεν υπάρχει λόγος ντροπής
- da braucht man sich nicht zu schämen
- το έκανε από ντροπή
- er/sie hat es getan, weil er/sie sich geschämt hat
- το έκανε από ντροπή
- er/sie hat es vor Scham getan
2. ντροπή (αίσχος):
- ντροπή
- Schande θηλ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- χωρίς ντροπή
- schamlos
- ντροπή σου!
- du solltest dich schämen!
- αισθάνομαι ντροπή για κάτι
- sich wegen etw schämen
- το έκανε από ντροπή
- er/sie hat es getan, weil er/sie sich geschämt hat
- κατακοκκίνησε από ντροπή
- er wurde ganz rot vor Scham