στο λεξικό PONS
I. στενοχωρ|ώ [stɛnɔxɔˈrɔ], στεναχωρ|ώ [stɛnaxɔˈrɔ] <-είς [ή -άς], -ησα [ή -εσα], -ήθηκα [ή -έθηκα], -ημένος [ή -εμένος]> VERB μεταβ
1. στενοχωρώ (προκαλώ στενοχώρια):
- αυτό τον στενοχωρεί
- das macht ihm Sorgen
- αυτό τον στενοχωρούσε
- das machte ihm Sorgen
- αυτό τον στενοχώρησε
- das hat ihn traurig gestimmt
2. στενοχωρώ (φέρνω σε δύσκολη θέση):
- στενοχωρώ
- bedrängen
II. στενοχωριέμαι VERB αυτοπ ρήμα
- στενοχωριέμαι
- sich Sorgen machen
- μη στενοχωριέσαι
- mach dir keine Sorgen
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.