στο λεξικό PONS
φορολογία [fɔrɔlɔˈjia] SUBST θηλ
1. φορολογία (επιβολή φόρου):
- φορολογία
- Besteuerung θηλ
- διπλή φορολογία
- Doppelbesteuerung θηλ
2. φορολογία (φόρος):
- φορολογία
- Steuer θηλ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- διπλή φορολογία
- Doppelbesteuerung θηλ