στο λεξικό PONS
I. φτιά|(χ)νω <-ξα [ή -σα], -χτηκα [ή -στηκα], -γμένος [ή -σμένος]> [ˈftça(x)nɔ] VERB μεταβ
1. φτιά(χ)νω (κάνω: τσάι, στοίβα, δέμα κτλ):
- φτιά(χ)νω
- machen
2. φτιά(χ)νω (κατασκευάζω):
- φτιά(χ)νω
- herstellen
3. φτιά(χ)νω (κτίζω):
- φτιά(χ)νω
- bauen
4. φτιά(χ)νω (επισκευάζω):
- φτιά(χ)νω
- reparieren
5. φτιά(χ)νω (τακτοποιώ: δωμάτιο, τα μαλλιά κτλ):
- φτιά(χ)νω
- zurechtmachen
- τα φτιάνω με κάποιον (συμφιλιώνομαι)
- sich mit jdm vertragen
- τα φτιάνω με κάποιον (ερωτικά)
- mit jdm anbändeln/ein Verhältnis anfangen
- τα φτιάξανε (ζευγάρι)
- sie haben ein Verhältnis angefangen/sie sind zusammengekommen
- θα τον φτιάξω εγώ!
- dem werde ich's zeigen!
II. φτιά(χ)νομαι VERB αυτοπ ρήμα
1. φτιά(χ)νομαι (τα μαλλιά, τα ρούχα, ετοιμάζομαι):
- φτιά(χ)νομαι
- sich zurechtmachen
2. φτιά(χ)νομαι (φτιασιδώνομαι):
- φτιά(χ)νομαι
- sich schminken
3. φτιά(χ)νομαι (μεθώ):
- φτιά(χ)νομαι
- sich betrinken