στο λεξικό PONS
δωμάτιο [ðɔˈmatiɔ] SUBST ουδ
- δωμάτιο
- Zimmer ουδ
- ετοιμάζω ένα δωμάτιο (για επισκέπτη, το τακτοποιώ)
- ein Zimmer herrichten
- συγυρίζω/συμμαζεύω ένα δωμάτιο
- ein Zimmer aufräumen
- μονόκλινο δωμάτιο
- Einzelzimmer ουδ
- δίκλινο δωμάτιο
- Doppelzimmer ουδ
- δίκλινο δωμάτιο
- Zweibettzimmer ουδ
- ενοικιαζόμενο δωμάτιο
- Mietzimmer ουδ
- ενοικιαζόμενο δωμάτιο
- Zimmer ουδ , das vermietet wird
- ενοικιαζόμενα δωμάτια (ως επιγραφή)
- Zimmer zu vermieten
- δωμάτιο εργασίας
- Arbeitszimmer αρσ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- δίκλινο (δωμάτιο)
- Zweibettzimmer ουδ
- μονόκλινο δωμάτιο
- Einzelzimmer ουδ
- ενοικιαζόμενο δωμάτιο
- Zimmer ουδ , das vermietet wird
- δίκλινο δωμάτιο
- Doppelzimmer ουδ
- δωμάτιο εργασίας
- Arbeitszimmer αρσ