στο λεξικό PONS
διευθετ|ώ <-είς, -ησα, -ήθηκα, -ημένος> [ðiɛfθɛˈtɔ] VERB μεταβ (μια διαφορά)
- διευθετώ
- beilegen
- διευθετώ ένα παράπονο
- einer Beschwerde δοτ abhelfen
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- διευθετώ ένα παράπονο
- einer Beschwerde δοτ abhelfen