στο λεξικό PONS
έξαλλ|ος <-η, -ο> [ˈɛksalɔs] ΕΠΊΘ
1. έξαλλος (χειροκροτήματα):
- έξαλλος
- stürmisch, frenetisch
2. έξαλλος (ενθουσιασμός, χαρά):
- έξαλλος
- stürmisch
- με έξαλλο ενθουσιασμό
- hellauf begeistert
3. έξαλλος (εκτός εαυτού):
- έξαλλος
- außer sich
- έξαλλος από χαρά
- außer sich vor Freude
- γίνομαι έξαλλος
- außer sich geraten
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- γίνομαι έξαλλος
- außer sich geraten
- έξαλλος από χαρά
- außer sich vor Freude