στο λεξικό PONS
γεροδεμέν|ος <-η, -ο> [jɛrɔðɛˈmɛnɔs] ΕΠΊΘ
1. γεροδεμένος (άνθρωπος):
- γεροδεμένος άντρας
- ein Mann von kräftiger Statur
2. γεροδεμένος (έπιπλα κτλ):
- γεροδεμένος
- stabil
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- γεροδεμένος άντρας
- ein Mann von kräftiger Statur