στο λεξικό PONS
ακρωτηριά|ζω <-σα, -στηκα, -σμένος> [akrɔtiriˈazɔ] VERB μεταβ
1. ακρωτηριάζω και μτφ:
- ακρωτηριάζω
- verstümmeln
2. ακρωτηριάζω ΙΑΤΡ:
- ακρωτηριάζω
- amputieren
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.