στο λεξικό PONS
πιάνο [ˈpçanɔ] SUBST ουδ
- πιάνο
- Klavier ουδ
- παίζω πιάνο
- Klavier spielen
- πιάνο με ουρά
- Flügel αρσ
- ηλεκτρονικό πιάνο
- Digitalpiano ουδ
- πιάνο με ολόκληρη ουρά
- Konzertflügel αρσ
- πιάνο με μισή ουρά
- Salonflügel αρσ
- πιάνο με ουρά ενός τετάρτου
- Kleinflügel αρσ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- παίζω πιάνο
- Klavier spielen
- ηλεκτρονικό πιάνο
- Digitalpiano ουδ
- ξέρει να παίζει πιάνο
- er kann Klavier spielen
- ακομπανιάρω κάποιον στο πιάνο
- jdn am Klavier begleiten
- πιάνο με ολόκληρη ουρά
- Konzertflügel αρσ