στο λεξικό PONS
πιεστικ|ός <-ή, -ό> [piɛstiˈkɔs] ΕΠΊΘ
1. πιεστικός (αναφερόμενος στην πίεση):
- πιεστικός
- Druck-
- πιεστικός κύλινδρος ΜΗΧΑΝΙΚΉ
- Druckrolle θηλ
2. πιεστικός (επίμονος):
- πιεστικός
- eindringlich
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- πιεστικός κύλινδρος ΜΗΧΑΝΙΚΉ
- Druckrolle θηλ