στο λεξικό PONS
χλωμ|ός <-ή, -ό> [xlɔˈmɔs] ΕΠΊΘ
- χλωμός
- blass
- χλωμός
- bleich
χλωμός ΕΠΊΘ
- χλωμός (λάμψη, φως)
- fahl
χλωμός ΕΠΊΘ
- χλωμός σαν το φεγγάρι μτφ
- bleich wie die Wand
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.