στο λεξικό PONS
παλίρροια [paˈliria] SUBST θηλ
- παλίρροια
- Gezeiten πλ
- παλίρροια
- Ebbe und Flut θηλ πλ
- η παλίρροια είναι …
- die Gezeiten sind …, Ebbe und Flut sind …
- προήγηση θηλ των παλιρροιών
- Gezeitenverfrühung θηλ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- διχοτομική παλίρροια
- Nipptide θηλ
- η παλίρροια είναι …
- die Gezeiten sind …, Ebbe und Flut sind …