στο λεξικό PONS
I. αρχαί|ος <-α, -ο> [arˈçɛɔs] ΕΠΊΘ
1. αρχαίος (κάποιας άλλης εποχής):
- αρχαίος
- alt
- από αρχαιοτάτων χρόνων
- seit alters her
2. αρχαίος (της κλασικής εποχής):
- αρχαίος
- antik
II. αρχαί|ος <-α, -ο> [arˈçɛɔs] SUBST αρσ/θηλ/ουδ
- τα αρχαία (μνημεία)
- Altertümer ουδ πλ
- οι αρχαίοι (Έλληνες)
- die alten Griechen αρσ πλ
- οι αρχαίοι (Ρωμαίοι)
- die alten Römer αρσ πλ
- αρχαία (ελληνικά)
- Altgriechisch ουδ ενικ
αρχαίος ΕΠΊΘ
- αρχαίος κόσμος
- Antike
- αρχαίος κόσμος
- Altertum
- στον αρχαίο κόσμο
- in der Antike
- στον αρχαίο κόσμο
- im Altertum
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.