στο λεξικό PONS
εκφυλί|ζομαι <-στηκα, -σμένος> [ɛkfiˈlizɔmɛ] VERB αυτοπ ρήμα
1. εκφυλίζομαι (παθαίνω αλλοιώσεις, διαφθείρομαι):
- εκφυλίζομαι σε
- entarten, degenerieren zu
2. εκφυλίζομαι (χάνω την οξύτητά μου):
- εκφυλίζομαι
- nachlassen
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.