στο λεξικό PONS
αναμάρτητ|ος <-η, -ο> [anaˈmartitɔs] ΕΠΊΘ
1. αναμάρτητος (χωρίς αμαρτήματα):
- αναμάρτητος
- sündlos
- ο αναμάρτητος πρώτος τον λίθον βαλέτω
- wer ohne Sünde ist, werfe den ersten Stein
2. αναμάρτητος (αλάθητος):
- αναμάρτητος
- unfehlbar
- ουδείς αναμάρτητος
- niemand ist unfehlbar
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- ουδείς αναμάρτητος
- niemand ist unfehlbar
- ο αναμάρτητος πρώτος τον λίθον βαλέτω
- wer ohne Sünde ist, werfe den ersten Stein