στο λεξικό PONS
δημόσι|ος <-α, -ο> [ðiˈmɔsiɔs] ΕΠΊΘ
- δημόσιος
- öffentlich
- δημοσίας χρήσεως
- öffentlich
- δημόσια αρχή
- Behörde θηλ
- δημόσια ασφάλεια
- öffentliche Sicherheit θηλ
- ο δημόσιος βίος
- das öffentliche Leben ουδ
- δημόσιες δαπάνες
- Ausgaben θηλ πλ der öffentlichen Hand
- Δημόσιο Δίκαιο
- Öffentliches Recht ουδ
- δημόσια διοίκηση
- öffentliche Verwaltung θηλ
- δημόσια εκπαίδευση
- Schulwesen ουδ
- δημόσια επιχείρηση
- öffentlicher Versorgungsbetrieb αρσ
- δημόσιο έργο
- öffentliches Bauprojekt ουδ
- δημόσια έσοδα
- öffentliche Einnahmen θηλ πλ
- δημόσια έσοδα
- Staatseinkünfte θηλ πλ
- δημόσιο καθήκον
- öffentliche Aufgabe θηλ
- δημόσιος κατήγορος
- Staatsanwalt αρσ (Staatsanwältin) θηλ
- δημόσιος κίνδυνος
- öffentliche Gefahr θηλ
- δημόσιος κίνδυνος
- Gefahr θηλ für die Allgemeinheit
- δημόσιο πρόσωπο
- Figur θηλ des öffentlichen Lebens
- δημόσιες σχέσεις
- Public Relations πλ
- δημόσιες σχέσεις
- Öffentlichkeitsarbeit θηλ ενικ
- δημόσια τάξη
- öffentliche Ordnung θηλ
- δημόσιος τομέας
- öffentlicher Sektor αρσ
- δημόσιος υπάλληλος
- Beamte(r) αρσ (Beamtin) θηλ
- δημόσια υπηρεσία
- öffentlicher Dienst αρσ
- δημόσιο χρέος
- Staatsverschuldung θηλ
δημόσιος ΕΠΊΘ
- δημόσιο σχολείο
- staatliche Schule
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- δημόσιος κατήγορος
- Staatsanwalt αρσ (Staatsanwältin) θηλ
- δημόσιος κίνδυνος
- öffentliche Gefahr θηλ
- δημόσιος τομέας
- öffentlicher Sektor αρσ
- δημόσιος υπάλληλος
- Beamter αρσ (Beamtin) θηλ
- δημόσιος πλειστηριασμός
- öffentliche Versteigerung θηλ