στο λεξικό PONS
I. πληροφορ|ώ <-είς, -ησα, -ήθηκα, -ημένος> [plirɔfɔˈrɔ] VERB μεταβ
- πληροφορώ κάποιον για κάτι
- jdn über etw αιτ informieren
- … σας πληροφορώ ότι … (σε επιστολή)
- … teile ich Ihnen mit, dass …
II. πληροφορούμαι VERB αυτοπ ρήμα
1. πληροφορούμαι (ζητώ πληροφορίες):
- πληροφορούμαι
- sich erkundigen
- πληροφορούμαι
- sich informieren
2. πληροφορούμαι (μαθαίνω):
- πληροφορήθηκα ότι …
- ich habe erfahren, dass …
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- … σας πληροφορώ ότι … (σε επιστολή)
- … teile ich Ihnen mit, dass …
- πληροφορώ κάποιον για κάτι
- jdn über etw αιτ informieren