στο λεξικό PONS
σταθμός [staθˈmɔs] SUBST αρσ
1. σταθμός ΣΙΔΗΡ:
- σταθμός
- Bahnhof αρσ
- σιδηροδρομικός σταθμός
- Bahnhof αρσ
- κεντρικός σταθμός
- Hauptbahnhof αρσ
- σταθμός προορισμού
- Bestimmungsbahnhof αρσ
2. σταθμός:
- σταθμός ΡΑΔΙΟΦ, TV
- Sender αρσ
- ραδιοφωνικός σταθμός
- Radiosender αρσ
- ιδιωτικός τηλεοπτικός σταθμός
- privater Fernsehsender αρσ
3. σταθμός (σημείο κάποιας πορείας):
- σταθμός
- Station θηλ
- ενδιάμεσος σταθμός
- Zwischenstation θηλ
4. σταθμός (επιστημονική εγκατάσταση):
- σταθμός
- Station θηλ
5. σταθμός (φράσεις):
- σταθμός λεωφορείων
- Busbahnhof αρσ
- σταθμός πρώτων βοηθειών
- Sanitätswache θηλ
- μετεωρολογικός σταθμός
- Wetterstation θηλ
- παιδικός σταθμός
- Kindergarten αρσ
- ηλεκτρικός σταθμός φόρτισης
- Elektrotankstelle θηλ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- μετεωρολογικός σταθμός
- Wetterstation θηλ
- βρεφονηπιακός σταθμός
- Kinderhort αρσ
- διαστημικός σταθμός
- Raumstation θηλ
- βροχομετρικός σταθμός
- Niederschlagsstation θηλ
- ραδιογωνιομετρικός σταθμός
- Funkpeilstation θηλ