στο λεξικό PONS
αποκηρύ|σσω <-ξα, -χτηκα, -γμένος> [apɔciˈrisɔ] VERB μεταβ
1. αποκηρύσσω (απαρνιέμαι):
- αποκηρύσσω
- verleugnen
2. αποκηρύσσω ΘΡΗΣΚ (αφορίζω):
- αποκηρύσσω
- ächten
3. αποκηρύσσω (αποκληρώνω):
- αποκηρύσσω
- enterben
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.