στο λεξικό PONS
πρόνοια [ˈprɔnia] SUBST θηλ
1. πρόνοια (φροντίδα):
- πρόνοια
- Vorsorge θηλ
- κοινωνική πρόνοια
- Sozialarbeit θηλ
- κράτος ουδ πρόνοιας
- Wohlfahrtsstaat αρσ
2. πρόνοια (περίσκεψη):
- πρόνοια
- Umsicht θηλ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- κοινωνική πρόνοια
- Sozialarbeit θηλ