στο λεξικό PONS
χειρί|ζομαι <-στηκα> [çiˈrizɔmɛ] VERB αποθ ρήμα μεταβ
1. χειρίζομαι (μηχάνημα):
- δεν ξέρω να το χειρίζομαι (να πατώ τα κουμπιά)
- ich kann es nicht bedienen
- πρέπει να το χειρίζεσαι σωστά
- du musst es richtig handhaben
- δεν το χειρίζεται καλά (το κακομεταχειρίζεται)
- er/sie geht schlecht damit um
2. χειρίζομαι (κάποιον):
- χειρίζομαι κάποιον
- umgehen mit jdm
3. χειρίζομαι (κάποια υπόθεση):
- χειρίζομαι κάτι
- handhaben etw
- χειρίζομαι κάτι
- umgehen mit etw
4. χειρίζομαι (θέμα):
- χειρίζομαι
- behandeln
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- δεν ξέρω να το χειρίζομαι (να πατώ τα κουμπιά)
- ich kann es nicht bedienen