στο λεξικό PONS
δάκρυ [ˈðakri] SUBST ουδ
- δάκρυ
- Träne θηλ
- με πιάνουν τα δάκρυα
- zu weinen anfangen
- χύνω δάκρυα
- Tränen vergießen
- χύνω μαύρα δάκρυα
- bittere Tränen weinen
- ξεσπώ σε δάκρυα
- in Tränen ausbrechen
- αναλύομαι σε δάκρυα
- in Tränen zerfließen
- του ήρθαν δάκρυα στα μάτια
- ihm traten Tränen in die Augen
- τα μάτια του γέμισαν δάκρυα
- ihm kamen die Tränen
- συγκινώ κάποιον μέχρι δακρύων
- jdn zu Tränen rühren
- πρόσωπο ουδ πλημμυρισμένο στα δάκρυα
- ein tränenüberströmtes Gesicht ουδ
- έχω τα δάκρυα στην τσέπη
- bei jeder Kleinigkeit (gleich) weinen
- μετά δακρύων
- unter Tränen
- κροκοδείλια δάκρυα
- Krokodilstränen θηλ πλ
δάκρυ SUBST
- δάκρυα έτρεξαν στο μάγουλό μου
- Tränen liefen über meine Wangen
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.