στο λεξικό PONS
μάχη [ˈmaçi] SUBST θηλ
1. μάχη (αγώνας):
- μάχη
- Kampf αρσ
- θέτω κάποιον εκτός μάχης
- jdn außer Gefecht setzen
- μάχη για την ανάληψη εταιρείας
- Übernahmeschlacht θηλ
- έτοιμος για μάχη
- kampfbereit
- μάχη τιμών
- Preisschlacht θηλ
- μάχη κατά της ανεργίας
- Kampf αρσ gegen die Arbeitslosigkeit
- η μάχη της επιβίωσης
- der Kampf ums Überleben
- μάχη μέχρι θανάτου
- Kampf αρσ auf Leben und Tod
2. μάχη ΣΤΡΑΤ:
- μάχη
- Schlacht θηλ
- κερδίζω/χάνω μια μάχη
- eine Schlacht gewinnen/verlieren
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- συνάπτω μάχη
- den Kampf aufnehmen
- μάχη τιμών
- Preisschlacht θηλ
- μάχη κατά της ανεργίας
- Kampf αρσ gegen die Arbeitslosigkeit
- η μάχη της επιβίωσης
- der Kampf ums Überleben
- έτοιμος για μάχη
- kampfbereit