στο λεξικό PONS
βοηθ|ώ <-άς, -ησα, -ήθηκα, -ημένος> [vɔiˈθɔ] VERB μεταβ
- βοηθώ κάποιον
- helfen jdm
- θα τον βοηθήσω να βρει τη διεύθυνση
- ich werde ihm helfen, die Adresse zu finden
- βοηθώ κάποιον να περάσει το δρόμο
- jdm über die Straße helfen
- βοήθησε στο πλύσιμο
- er hat beim Waschen geholfen
- βοηθώ κάποιον να βγει από δύσκολη θέση/από το αυτοκίνητο
- jdm aus einer schwierigen Lage/aus dem Auto helfen
- τα κλάματα δε θα μας βοηθήσουν τώρα
- Weinen hilft jetzt nicht/nichts, Weinen hilft uns jetzt auch nicht weiter
- βοηθώ κάποιον σε ώρα ανάγκης
- jdm in der Not helfen
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- βοηθώ κάποιον σε ώρα ανάγκης
- jdm in der Not helfen
- βοηθώ κάποιον από το υστέρημά μου
- am Nötigen sparen, um jdm zu helfen
- βοηθώ κάποιον να περάσει το δρόμο
- jdm über die Straße helfen
- βοηθώ κάποιον να βγει από δύσκολη θέση/από το αυτοκίνητο
- jdm aus einer schwierigen Lage/aus dem Auto helfen