στο λεξικό PONS
I. εξοργί|ζω <-σα, -στηκα, -σμένος> [ɛksɔrˈjizɔ] VERB μεταβ
- εξοργίζω
- wütend machen
- εξοργίζω
- erbosen
II. εξοργίζομαι VERB αυτοπ ρήμα
- εξοργίζομαι
- in Zorn geraten
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.