στο λεξικό PONS
διστακτικ|ός [ðistaktiˈkɔs], δισταχτικ|ός [ðistaxtiˈkɔs] <-ή, -ό> ΕΠΊΘ
1. διστακτικός (αναποφάσιστος):
- διστακτικός
- unschlüssig
- είναι ακόμα διστακτικός
- er ist noch unschlüssig
2. διστακτικός (φωνή, τρόπος):
- διστακτικός
- zaghaft
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- είναι ακόμα διστακτικός
- er ist noch unschlüssig