στο λεξικό PONS
εμπιστεύ|ομαι <-τηκα, -μένος> [ɛmbisˈtɛvɔmɛ] VERB αποθ ρήμα μεταβ
1. εμπιστεύομαι (έχω εμπιστοσύνη):
- εμπιστεύομαι κάποιον
- jdm trauen
- δεν τον εμπιστεύομαι
- ich traue ihm nicht
- πρόσεχε, γιατί δεν είναι άνθρωπος να τον εμπιστεύεσαι
- Vorsicht: dem kann man nicht trauen
2. εμπιστεύομαι (παραδίνω, φανερώνω μυστικό):
- εμπιστεύομαι κάτι σε κάποιον
- jdm etw anvertrauen
3. εμπιστεύομαι (βασίζομαι):
- εμπιστεύομαι κάποιον
- sich verlassen auf jdn
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- εμπιστεύομαι κάποιον
- jdm trauen
- εμπιστεύομαι κάτι σε κάποιον
- jdm etw anvertrauen
- δεν τον εμπιστεύομαι
- ich traue ihm nicht
- την εμπιστεύομαι απολύτως
- ich habe uneingeschränktes Vertrauen zu ihr