στο λεξικό PONS
ξεχασιάρ|ης <-α, -ικο> [ksɛxaˈsçaris] ΕΠΊΘ
- ξεχασιάρης
- vergesslich
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- παραείναι ξεχασιάρης
- er ist zu vergesslich
- ξεχασιάρης όπως είμαι προσπάθησα να …
- vergesslich, wie ich bin, habe ich versucht zu …