στο λεξικό PONS
ευτυχισμέν|ος <-η, -ο> [ɛftiçizˈmɛnɔs] ΕΠΊΘ
- ευτυχισμένος
- glücklich
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- (σας ευχόμαστε) καλά Χριστούγεννα και ευτυχισμένος ο καινούργιος χρόνος/ευτιχισμένο το νέο έτος
- (wir wünschen euch) frohe Weihnachten und ein glückliches neues Jahr