στο λεξικό PONS
πολύς <πολλή, πολύ> [pɔˈlis] ΕΠΊΘ
1. πολύς (σε μεγάλη ποσότητα):
- πολύς
- viel
- πολύ τσάι
- viel Tee
- έχει πολλούς φίλους
- er/sie hat viele Freunde
- ξέρει πολλά
- er/sie weiß viel
- δε ζητάω πολλά από σένα
- ich verlange nicht viel von dir
- περιμέναμε πολλή ώρα
- wir haben lange gewartet
- ο πολύς λαός
- die breite Masse θηλ
2. πολύς (περισσότερο από το απαιτούμενο):
- πολύς
- zu viel
- πολλή σούπα μού έδωσες
- du hast mir zu viel Suppe gegeben
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- ήρθε πολύς λαός
- es kamen viele Leute
- μαζεύτηκε πολύς κόσμος
- es haben sich viele Leute versammelt
- ο πολύς κόσμος
- die breite Öffentlichkeit θηλ
- ο πολύς λαός
- die breite Masse θηλ
- πολύς θόρυβος για το τίποτα
- viel Lärm um nichts