στο λεξικό PONS
τάξ|η <-εις> [ˈtaksi] SUBST θηλ
1. τάξη (αντίθετο του χάους, σύστημα) ΒΙΟΛ:
- τάξη
- Ordnung θηλ
- βάζω κάτι σε τάξη
- Ordnung in etw αιτ bringen
- όλα μπήκαν σε τάξη
- es hat sich alles (wieder) geregelt
- ανακαλώ/καλώ κάποιον στην τάξη
- jdn zur Ordnung rufen
- δημόσια τάξη
- öffentliche Ordnung θηλ
2. τάξη (σειρά):
- τάξη
- Reihenfolge θηλ
- με αλφαβητική τάξη
- in alphabetischer Reihenfolge/alphabetisch geordnet
3. τάξη (κοινωνική, τρένου) ΣΧΟΛ:
- τάξη
- Klasse θηλ
- πρώτη/δεύτερη τάξη
- erste/zweite Klasse θηλ
- μαθητής/μαθήτρια αρσ/θηλ της πρώτης τάξης
- Erstklässer(in) αρσ (θηλ)
- εξίσωση θηλ πρώτης/δεύτερης τάξης
- Gleichung θηλ erster/zweiter Ordnung
- λογική θηλ πρώτης/δεύτερης τάξης
- Logik θηλ erster/zweiter Ordnung
- κοινωνική τάξη
- soziale Schicht θηλ
- κοινωνική τάξη
- Gesellschaftsschicht θηλ
- εργατική τάξη
- Arbeiterklasse θηλ
- εργατική τάξη
- arbeitende Klasse θηλ
- αγροτική τάξη
- Bauerntum ουδ
- άρχουσα τάξη
- Führungsschicht θηλ
- ανώτερη τάξη
- Oberschicht θηλ
- εμπορική τάξη
- Handelsstand αρσ
- εμπορική τάξη
- Kaufmannsstand αρσ
- κατώτερη τάξη
- Unterschicht θηλ
- μεσαία τάξη (κοινωνίας)
- Mittelschicht θηλ
4. τάξη (σε ιεραρχία):
- τάξη
- Rang αρσ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- κοινωνική τάξη
- Gesellschaftsschicht θηλ
- δημόσια τάξη
- öffentliche Ordnung θηλ
- έννομη τάξη
- Rechtsordnung θηλ
- άρχουσα τάξη
- Führungsschicht θηλ
- επιβάλλω τάξη
- Ordnung schaffen