στο λεξικό PONS
σωματικ|ός <-ή, -ό> [sɔmatiˈkɔs] ΕΠΊΘ
- σωματικός
- körperlich, Körper-
- σωματική κοιλότητα
- Körperhöhle θηλ
- σωματικά υγρά
- Körperflüssigkeiten θηλ πλ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- σωματικός/ψυχικός πόνος
- körperlicher/seelischer Schmerz αρσ