στο λεξικό PONS
εισαγωγή [isaɣɔˈji] SUBST θηλ
1. εισαγωγή (γενικά, επίσης πρόλογος):
- εισαγωγή
- Einführung θηλ
- εισαγωγή στη φωνολογία
- Einführung θηλ in die Phonologie
2. εισαγωγή ΕΜΠΌΡ:
- εισαγωγή
- Einfuhr θηλ
- εισαγωγή
- Import αρσ
- εισαγωγές θηλ πλ αγροτρικών προϊόντων
- Agrarimporte αρσ πλ
- εισαγωγές θηλ πλ αγροτρικών προϊόντων
- Agrareinfuhren θηλ πλ
- άδηλες εισαγωγές
- unsichtbare Einfuhren θηλ πλ
- διαμετακομιστική εισαγωγή
- Transiteinfuhr θηλ
- έμμεση εισαγωγή
- indirekte Einfuhr θηλ
- έμμεση εισαγωγή
- indirekter Import αρσ
- εισαγωγές θηλ πλ εμπορευμάτων
- Warenimporte αρσ πλ
- εισαγωγή κεφαλαίων
- Kapitaleinfuhr θηλ
- εισαγωγή κεφαλαίων
- Kapitalimport αρσ
- εισαγωγές θηλ με μειωμένη τιμή
- Billigimporte αρσ πλ
- εισαγωγές θηλ με μειωμένη τιμή
- Billigeinfuhren θηλ πλ
- εισαγωγή με σφραγίδα τελωνείου
- Einfuhr θηλ unter Zollverschluss
- εισαγωγές θηλ πλ υπηρεσιών
- Dienstleistungsimporte αρσ πλ
- περιορισμοί αρσ πλ στις εισαγωγές
- Einfuhrbeschränkung θηλ ενικ
- πιστοποιητικό ουδ εισαγωγής
- Einfuhrbescheinigung θηλ
- άδεια θηλ εισαγωγής
- Einfuhrgenehmigung θηλ
- άδεια θηλ εισαγωγής
- Importgenehmigung θηλ
- ανάγκες θηλ πλ εισαγωγών
- Einfuhrbedarf αρσ ενικ
- απαγόρευση θηλ εισαγωγής
- Einfuhrverbot ουδ
- απόδειξη θηλ εισαγωγής
- Einfuhrschein αρσ
- αύξηση θηλ των εισαγωγών
- Importanstieg αρσ
- δήλωση θηλ εισαγωγής
- Einfuhrerklärung θηλ
- έγκριση θηλ εισαγωγής
- Einfuhrgenehmigung θηλ
- επιτήρηση θηλ εισαγωγών
- Einfuhrüberwachung θηλ
- μείωση θηλ των εισαγωγών
- Importrückgang αρσ
- επιδοτήσεις θηλ πλ εισαγωγών
- Importsubventionen θηλ πλ
- επιτρεπόμενο όριο ουδ εισαγωγών
- Importquote θηλ
- επιτρεπόμενο όριο ουδ εισαγωγών
- Einfuhrkontingent ουδ
- ποσοστό ουδ εισαγωγών
- Importanteil αρσ
- ποσότητα θηλ εισαγωγών
- Einfuhrmenge θηλ
- συμφωνία θηλ εισαγωγών
- Einfuhrabkommen ουδ
- σύνολο ουδ των εισαγωγών
- Gesamteinfuhr θηλ
- χώρα θηλ εισαγωγής
- Einfuhrland ουδ
- χώρα θηλ εισαγωγής
- Importland ουδ
3. εισαγωγή ΟΙΚΟΝ (προϊόντος):
- εισαγωγή προϊόντος στην αγορά
- Produkteinführung θηλ
- η εισαγωγή ενός προϊόντος
- die Einführung θηλ eines Produkts
4. εισαγωγή ΧΡΗΜΑΤΟΠ (σε χρηματιστήριο):
- εισαγωγή
- Börsenzulassung θηλ
- αίτηση θηλ εισαγωγής
- Antrag αρσ auf Börsenzulassung
5. εισαγωγή (σε νοσοκομείο, φρενοκομείο):
- εισαγωγή
- Einlieferung θηλ
- εισαγωγή
- Einweisung θηλ
- αναγκαστική εισαγωγή
- Zwangseinweisung θηλ
6. εισαγωγή (σε σχολείο, πανεπιστήμιο):
- εισαγωγή
- Aufnahme θηλ
7. εισαγωγή (σε μηχανή: αέρος κτλ):
- εισαγωγή
- Einlass αρσ
- εισαγωγή αέρα
- Lufteinlass αρσ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- διαμετακομιστική εισαγωγή
- Transiteinfuhr θηλ
- εισαγωγή αέρα
- Lufteinlass αρσ
- έμμεση εισαγωγή
- indirekte Einfuhr θηλ
- εισαγωγή κεφαλαίων
- Kapitaleinfuhr θηλ
- αναγκαστική εισαγωγή
- Zwangseinweisung θηλ