στο λεξικό PONS
νομί|ζω <-σα, -στηκα, -σμένος> [nɔˈmizɔ] VERB μεταβ
1. νομίζω (πιστεύω):
- νομίζω
- denken
- νόμιζα ότι δεν το ήξερες
- ich dachte, du wüsstest es nicht
- …; - έτσι νομίζω
- …? - ich glaube ja/schon
- καλά, εσύ τι νομίζεις!
- was denkst du denn!
- τον νομίζει δάσκαλό του
- er hält ihn für seinen Lehrer
- νομίζει τον εαυτό του ανώτερο
- er fühlt sich überlegen
2. νομίζω (θαρρώ):
- νομίζω
- glauben
- νομίζω πως έχει δίκιο
- ich glaube, er hat Recht
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- …; - έτσι νομίζω
- …? - ich glaube ja/schon
- εγώ προσωπικά νομίζω ότι …
- ich persönlich glaube, dass …
- νομίζω πως έχει δίκιο
- ich glaube, er hat Recht
- μπα, δε νομίζω
- ach, ich glaube nicht
- μπορεί να κάνω λάθος αλλά νομίζω ότι …
- es kann sein, dass ich mich irre, aber ich glaube, dass …