στο λεξικό PONS
διασκεδαστικ|ός <-ή, -ό> [ðiascɛðastiˈkɔs] ΕΠΊΘ
- διασκεδαστικός
- unterhaltsam
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.
Αναζήτηση στο λεξικό
- διασαφητικός
- διάσειση
- διάσελο
- διάσημα
- διάσημος
- διασκεδαστικός
- διασκελισμός
- διασκέπτομαι
- διασκευάζω
- διασκευαστής
- διασκευή