στο λεξικό PONS
φωνητικ|ός <-ή, -ό> [fɔnitiˈkɔs] ΕΠΊΘ
1. φωνητικός (της φωνής):
- φωνητικός
- Stimm-
- φωνητικές χορδές
- Stimmbänder ουδ πλ
- φωνητική μουσική
- Vokalmusik θηλ
- φωνητικό αλφάβητο
- phonetisches Alphabet ουδ
2. φωνητικός ΓΛΩΣΣ (σχετικός με τους φθόγγους):
- φωνητικός
- phonetisch
3. φωνητικός ΤΗΛ:
- φωνητικές υπηρεσίες
- Telefonansagedienste αρσ πλ
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.