στο λεξικό PONS
σύγκρουσ|η <-εις> [ˈsiŋgrusi] SUBST θηλ
1. σύγκρουση:
- σύγκρουση
- Zusammenstoß αρσ
- σύγκρουση δεξαμενόπλοιου
- Tankerzusammenstoß αρσ
- πυρηνική σύγκρουση ΦΥΣ
- Kernzusammenstoß αρσ
2. σύγκρουση μτφ (διαφωνία, αντίθεση):
- σύγκρουση
- Konflikt αρσ
- σύγκρουση γενεών
- Generationenkonflikt αρσ
- σύγκρουση ενδιαφερόντων
- Interessenkonflikt αρσ
- σύγκρουση καθηκόντων
- Pflichtenkonflikt αρσ
- κοινωνική σύγκρουση
- sozialer Konflikt αρσ
- σύγκρουση νόμων
- Gesetzeskonflikt αρσ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- σύγκρουση θηλ δεξαμενόπλοιου
- Tankerzusammenstoß αρσ
- μετωπική σύγκρουση (αυτοκινήτων)
- Frontalzusammenstoß αρσ
- σύγκρουση γενεών
- Generationenkonflikt αρσ
- σύγκρουση ενδιαφερόντων
- Interessenkonflikt αρσ
- σύγκρουση καθηκόντων
- Pflichtenkonflikt αρσ