στο λεξικό PONS
I. λερώ|νω <-σα, -θηκα, -μένος> [lɛˈrɔnɔ] VERB μεταβ (ρυπαίνω)
- λερώνω
- schmutzig machen
- λερώνω
- beschmutzen
- λερώνω τα χέρια μου και μτφ
- sich δοτ die Hände schmutzig machen
II. λερώ|νω <-σα, -θηκα, -μένος> [lɛˈrɔnɔ] VERB αμετάβ (σχηματίζω ακαθαρσίες)
- λερώνω
- schmutzig werden
III. λερώνομαι VERB αυτοπ ρήμα
- λερώνομαι
- sich schmutzig machen