στο λεξικό PONS
προφέρ|ω <-α> [prɔˈfɛrɔ] VERB μεταβ
1. προφέρω (κατά ορισμένο τρόπο):
- προφέρω
- aussprechen
2. προφέρω (ξεστομίζω, λέω):
- προφέρω
- hervorbringen
- δεν πρόφερε λέξη
- er brachte kein Wort hervor
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.