στο λεξικό PONS
αποσβολώ|νω <-σα, -θηκα, -μένος> [apɔzvɔˈlɔnɔ] VERB μεταβ μτφ
- αποσβολώνω
- verblüffen
- το φέρσιμό του μ' αποσβόλωσε
- sein Benehmen hat mich verblüfft
- αποσβολώθηκα όταν …
- ich war verblüfft, als …
- έμεινα αποσβολωμένος
- ich war verblüfft
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.